μακροβένθος
•
- μια από τις υποδιαιρέσεις του ζωοβένθους και συγκεκριμένα εκείνη στην οποία ανήκουν οι ζωικοί υδρόβιοι οργανισμοί με μέγεθος άνω του 1 χιλιοστού ή mm. {Σύμφωνα με άλλη ταξινόμηση στο μακροβένθος μπορούν να ανήκουν και οργανισμοί που το μέγεθός τους είναι άνω του μισού χιλιοστομέτρου, δηλαδή μεγαλύτεροι του 0,5 mm) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μακροβένθος < μακρο- και βένθος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →