μακροβιότητα
•
- η ιδιότητα του μακρόβιου, το να ζει κανείς για πολλά χρόνια Βικιλεξικό
- Πέρα από όσα ρισκάρισα να πω μέχρι τώρα για την ποίηση του Καββαδία, θέλω να προσθέσω και τούτα ακόμα για τη μακροβιότητά της, την αντοχή της μέσα στον χρόνο (Μήτσος Κασόλας, Νίκος Καββαδίας: γυναίκα, θάλασσα, ζωή. Αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο, εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 137)
Ετυμολογία
μακροβιότητα < μακρόβιος + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μακροβιότητα | μακροβιότητες |
| Γενική | μακροβιότητας | μακροβιοτήτων |
| Αιτιατική | μακροβιότητα | μακροβιότητες |
| Κλητική | μακροβιότητα | μακροβιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →