Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μακροεπίπεδο

/ma.kɾo.eˈpi.pe.ðo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νεολογισμόςεπίπεδο ή κλίμακα που βρίσκονται σε ευρύτερο πλαίσιο από κάτι άλλο Βικιλεξικό
    • Το Γραφείο τονίζει, επίσης, ότι παρά τις βελτιώσεις που σημειώνονται σε μακροεπίπεδο, τα σημάδια της κρίσης είναι εμφανή σε επίπεδο επιχειρήσεων και γι’ αυτό είναι αναγκαίο να βαδίσει η χώρα στο μονοπάτι της εξωστρέφειας και της ανάπτυξης. (Ειρήνη Χρυσολωρά, Γρ. Προϋπολογισμού: «Με χρεοκοπία κινδυνεύει η Ελλάδα εάν δεν υπάρξει σοβαρή ελάφρυνση χρέους», Η Καθημερινή, 7 Νοεμβρίου 2017)

Ετυμολογία

μακροεπίπεδο < μακρο- + επίπεδο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμακροεπίπεδομακροεπίπεδα
Γενικήμακροεπίπεδου / μακροεπιπέδουμακροεπιπέδων
Αιτιατικήμακροεπίπεδομακροεπίπεδα
Κλητικήμακροεπίπεδομακροεπίπεδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →