μακροεπίπεδο
•
- νεολογισμόςεπίπεδο ή κλίμακα που βρίσκονται σε ευρύτερο πλαίσιο από κάτι άλλο Βικιλεξικό
- Το Γραφείο τονίζει, επίσης, ότι παρά τις βελτιώσεις που σημειώνονται σε μακροεπίπεδο, τα σημάδια της κρίσης είναι εμφανή σε επίπεδο επιχειρήσεων και γι’ αυτό είναι αναγκαίο να βαδίσει η χώρα στο μονοπάτι της εξωστρέφειας και της ανάπτυξης. (Ειρήνη Χρυσολωρά, Γρ. Προϋπολογισμού: «Με χρεοκοπία κινδυνεύει η Ελλάδα εάν δεν υπάρξει σοβαρή ελάφρυνση χρέους», Η Καθημερινή, 7 Νοεμβρίου 2017)
Ετυμολογία
μακροεπίπεδο < μακρο- + επίπεδο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μακροεπίπεδο | μακροεπίπεδα |
| Γενική | μακροεπίπεδου / μακροεπιπέδου | μακροεπιπέδων |
| Αιτιατική | μακροεπίπεδο | μακροεπίπεδα |
| Κλητική | μακροεπίπεδο | μακροεπίπεδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →