Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μακροτάξιδος

/ma.kɾoˈta.ksi.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει κάνει πολλά και μακρά ταξίδια Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Α΄ στίχ. 1056 αρχική έκδοση: 1938

Ετυμολογία

μακροτάξιδος: Μορφολογικά αναλύεται σε μακρο- + -τάξιδος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμακροτάξιδοςμακροτάξιδημακροτάξιδο
Γενικήμακροτάξιδουμακροτάξιδηςμακροτάξιδου
Αιτιατικήμακροτάξιδομακροτάξιδημακροτάξιδο
Κλητικήμακροτάξιδεμακροτάξιδημακροτάξιδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμακροτάξιδοιμακροτάξιδεςμακροτάξιδα
Γενικήμακροτάξιδωνμακροτάξιδωνμακροτάξιδων
Αιτιατικήμακροτάξιδουςμακροτάξιδεςμακροτάξιδα
Κλητικήμακροτάξιδοιμακροτάξιδεςμακροτάξιδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →