μακρυχέρης
•
- που έχει μακριά χέρια Βικιλεξικό
- Αυτός ο νέος είναι μακρυχέρης -πήρε απ' τον πατέρα του
- πορτοφολάς, κλέφτης, που γενικά απλώνει το χέρι του, αρπάζει πράγματα που δεν του ανήκουν ή υπεξαιρεί χρήματα Βικιλεξικό
- Κάποιος είναι μακροχέρης στο μαγαζί -πάλι λείπουνε λεφτά απ' το ταμείο
Ετυμολογία
μακρυχέρης < αρχαία ελληνική μακρόχειρ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μακρυχέρης | μακρυχέρα | μακρυχέρικο |
| Γενική | μακρυχέρη | μακρυχέρας | μακρυχέρικου |
| Αιτιατική | μακρυχέρη | μακρυχέρα | μακρυχέρικο |
| Κλητική | μακρυχέρη | μακρυχέρα | μακρυχέρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μακρυχέρηδες | μακρυχέρες | μακρυχέρικα |
| Γενική | μακρυχέρηδων | — | μακρυχέρικων |
| Αιτιατική | μακρυχέρηδες | μακρυχέρες | μακρυχέρικα |
| Κλητική | μακρυχέρηδες | μακρυχέρες | μακρυχέρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →