Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μακρόκοσμος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το σύμπαν, ο κόσμος στο σύνολό του, σε αντιδιαστολή προς το μικρόκοσμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μακρόκοσμος < για να αποδοθεί το γαλλικό macrocosme που είχε δημιουργηθεί από to λατινικό macrocosmus το οποίο με τη σειρά του είχε συντεθεί από τις ελληνικές λεξεις μακρός και κόσμος. Μορφολογικά αναλύεται σε μακρό- + -κοσμος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμακρόκοσμοςμακρόκοσμοι
Γενικήμακροκόσμου / μακρόκοσμουμακροκόσμων / μακρόκοσμων
Αιτιατικήμακρόκοσμομακροκόσμους / μακρόκοσμους
Κλητικήμακρόκοσμεμακρόκοσμοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →