μακρόστενος
•
- μακρύς και στενός· που χαρακτηρίζεται από μεγάλο μήκος σχετικά με το πλάτος του Βικιλεξικό
- Ἐσωτερικά ὁ μακρόστενος χῶρος τοῦ νάρθηκα διαρθρώνεται μὲ ἀντικριστές παραστάδες σὲ μικρότερους χώρους στεγασμένους μὲ καμάρες καὶ τυφλοὺς τρούλλους (πίν. 2α), ποὺ διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ ἄρρυθμη ποικιλία (Αγάπη Βασιλάκη-Καρακατσάνη, Οι τοιχογραφίες της Όμορφης Εκκλησίας στην Αθήνα, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρείας, 1971, σελ. 5)
- Ο φυσιογνωμικός τύπος του Χριστού, με το ωοειδές πρόσωπο, τη μακρόστενη μύτη, τις πλατιές κόκκινες επιφάνειες και κηλίδες στο πρόσωπο και τα βαθιά, σκιασμένα μάτια, απορρέει από κομνήνεια πρότυπα, τα οποία, όπως είναι γνωστό, αναβιώνουν στην τέχνη του δεύτερου μισού του 13ου αιώνα. (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 2000, σελ. 148)
Ετυμολογία
μακρόστενος < μακρό- + στενός (παρατακτικό σύνθετο)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μακρόστενος | μακρόστενη | μακρόστενο |
| Γενική | μακρόστενου | μακρόστενης | μακρόστενου |
| Αιτιατική | μακρόστενο | μακρόστενη | μακρόστενο |
| Κλητική | μακρόστενε | μακρόστενη | μακρόστενο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μακρόστενοι | μακρόστενες | μακρόστενα |
| Γενική | μακρόστενων | μακρόστενων | μακρόστενων |
| Αιτιατική | μακρόστενους | μακρόστενες | μακρόστενα |
| Κλητική | μακρόστενοι | μακρόστενες | μακρόστενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →