Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μακρόχρονος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διαρκεί για πολύ χρόνο Βικιλεξικό
    • Η μικροσκοπική εξέταση αποκάλυψε όμως κάποια αδιόρατα σημάδια στην οφθαλμική κόγχη που πρέπει να δημιουργήθηκαν από μακρόχρονη επαφή. (εφημερίδα Το Βήμα)
  2. γραμματικήγια φωνήεν ή συλλαβή με μακρά διάρκεια Βικιλεξικό
    • η μακρόχρονη παραλήγουσα στη λέξη «μῆλον» περισπάται

Ετυμολογία

μακρόχρονος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμακρόχρονοςμακρόχρονημακρόχρονο
Γενικήμακρόχρονουμακρόχρονηςμακρόχρονου
Αιτιατικήμακρόχρονομακρόχρονημακρόχρονο
Κλητικήμακρόχρονεμακρόχρονημακρόχρονο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμακρόχρονοιμακρόχρονεςμακρόχρονα
Γενικήμακρόχρονωνμακρόχρονωνμακρόχρονων
Αιτιατικήμακρόχρονουςμακρόχρονεςμακρόχρονα
Κλητικήμακρόχρονοιμακρόχρονεςμακρόχρονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →