μακρόχρονος
•
- που διαρκεί για πολύ χρόνο Βικιλεξικό
- Η μικροσκοπική εξέταση αποκάλυψε όμως κάποια αδιόρατα σημάδια στην οφθαλμική κόγχη που πρέπει να δημιουργήθηκαν από μακρόχρονη επαφή. (εφημερίδα Το Βήμα)
- γραμματικήγια φωνήεν ή συλλαβή με μακρά διάρκεια Βικιλεξικό
- η μακρόχρονη παραλήγουσα στη λέξη «μῆλον» περισπάται
Ετυμολογία
μακρόχρονος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μακρόχρονος | μακρόχρονη | μακρόχρονο |
| Γενική | μακρόχρονου | μακρόχρονης | μακρόχρονου |
| Αιτιατική | μακρόχρονο | μακρόχρονη | μακρόχρονο |
| Κλητική | μακρόχρονε | μακρόχρονη | μακρόχρονο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μακρόχρονοι | μακρόχρονες | μακρόχρονα |
| Γενική | μακρόχρονων | μακρόχρονων | μακρόχρονων |
| Αιτιατική | μακρόχρονους | μακρόχρονες | μακρόχρονα |
| Κλητική | μακρόχρονοι | μακρόχρονες | μακρόχρονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →