Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαλακά

/ma.laˈka/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. περιοχή του υπογάστριου Βικιλεξικό
  2. τα πισινά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαλακά < μαλακ(ός) + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μαλάκα

/maˈla.ka/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. είδος μαλακού τυριού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαλάκα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαλάκα, από το θηλυκό του μαλακός, μεαναβιβασμό του τόνου

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαλάκαμαλάκες
Γενικήμαλάκας—
Αιτιατικήμαλάκαμαλάκες
Κλητικήμαλάκαμαλάκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μαλακά

/ma.laˈka/επίρρημα
•
  1. με μαλακό τρόπο Βικιλεξικό
    • ἄν ἦταν στυλογράφος, θά ἦταν Parker, καί μάλιστα ἐκεῖνος, ὁ κλασικός πού εἶχε ἀπό τήν Ἕκτη Δημοτικοῦ, δῶρο ἀπό τὸν θεῖο του τόν Γιῶργο στά δωδέκατα γενέθλιά του, ὁ Parker ἐκεῖνος πού ἔπρεπε νά τόν πιέσεις δυνατά, ἀλλά καί μαλακά. (Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Au revoir, εκδ. Νεφέλη, 1999, σελ. 14)

Ετυμολογία

μαλακά < μαλακ(ός) + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →