Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαλάκας

/maˈla.kas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάαυτός που αυνανίζεται Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάο αποβλακωμένος, ο αποχαυνωμένος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάο ποταπός, ο απεχθής, το κωλόπαιδο Βικιλεξικό
    • Το καλό παιδί, που βλέπουμε να προτιμάνε οι γυναίκες στις ταινίες του Ξανθόπουλου, είναι το μεγαλύτερο ψέμα «ever» τον λένε και μαλάκα από πάνω. Μη σου πω και αδερφή. Και σε αυτόν, που 'ναι παρτάκιας αλλά είναι διάσημος ή φραγκάτος, του στήνονται στα τέσσερα στο άψε σβήσε (Δημήτρης Παπαδημητρίου, Μνήμες Σκοτεινά Αναδυόμενες, εκδ. Ακακία, 2013 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9C%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%82_%CE%A3%CE%BA%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CE%AC_%CE%91%CE%BD%CE%B1%CE%B4%CF%85/Jr60BgAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CF%82&pg=PT200&printsec=frontcover)
  4. ο βλάκας, ο ηλίθιος, ο χαζός, ο κουτός, το κορόιδο Βικιλεξικό
  5. προσφώνησηπροσφώνηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαλάκας < μεσαιωνική ελληνική μαλάκα (θηλυκό (μαλάκυνση) + -ας < ελληνιστική κοινή μαλακός (παθητικός ομοφυλόφιλος) με (αναδρομικός σχηματισμός) από το μαλακία < αρχαία ελληνική μαλακός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mlakos

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαλάκαςμαλάκες
Γενικήμαλάκαμαλάκων
Αιτιατικήμαλάκαμαλάκες
Κλητικήμαλάκαμαλάκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →