Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαλέας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόευφημισμός της λέξης μαλάκας Βικιλεξικό
    • Θυμάμαι δεν μας άφηνε ποτέ να πληρώσουμε, μας έλεγε «ρε μαλέα Εσείς δεν έχετε λεφτά» (kefaloniamagazine.gr, 20/10/2021, https://kefaloniamagazine.gr/koinonia/efyge-apo-ti-zoi-o-panagis-koystoympardis/)
    • Αρχισα και εγω την φασαρία για να μην μας περνάει και για μαλέες (forum, 7/8/2004)

Ετυμολογία

μαλέας < ηχητική εγγύτητα με το μαλάκας • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαλέαςμαλέες
Γενικήμαλέαμαλέων
Αιτιατικήμαλέαμαλέες
Κλητικήμαλέαμαλέες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →