Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαλακοκαύλης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μεταφορικάάνθρωπος νωθρός, χωρίς πρωτοβουλία και σθένος, που εύκολα τον κατευθύνουν άλλοι Βικιλεξικό
    • Στο μυαλό του μαλακοκαύλη, τόσο η δουλειά στο συνεργείο αυτοκινήτων όσο και τα νυχτοπερπατήματά του , ήταν πράγματα αταίριαστα μ' έναν υποψήφιο φοιτητή της Ιατρικής (Βαγγέλης Ραφτόπουλος, Βαθύς και λυπημένος όπως κι εσύ, εκδ. Κέδρος, 1999, σελ. 193)
  2. κυριολεκτικάο άνθρωπος που κατά την διάρκεια της σεξουαλικής επαφής δεν έχει αρκετή στύση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαλακοκαύλης < μαλακ(ός) + -ο- + καυλ(ί) + -ης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαλακοκαύληςμαλακοκαύληδες
Γενικήμαλακοκαύλημαλακοκαύληδων
Αιτιατικήμαλακοκαύλημαλακοκαύληδες
Κλητικήμαλακοκαύλημαλακοκαύληδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →