μαλακοκαύλης
•
- μεταφορικάάνθρωπος νωθρός, χωρίς πρωτοβουλία και σθένος, που εύκολα τον κατευθύνουν άλλοι Βικιλεξικό
- Στο μυαλό του μαλακοκαύλη, τόσο η δουλειά στο συνεργείο αυτοκινήτων όσο και τα νυχτοπερπατήματά του , ήταν πράγματα αταίριαστα μ' έναν υποψήφιο φοιτητή της Ιατρικής (Βαγγέλης Ραφτόπουλος, Βαθύς και λυπημένος όπως κι εσύ, εκδ. Κέδρος, 1999, σελ. 193)
- κυριολεκτικάο άνθρωπος που κατά την διάρκεια της σεξουαλικής επαφής δεν έχει αρκετή στύση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαλακοκαύλης < μαλακ(ός) + -ο- + καυλ(ί) + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαλακοκαύλης | μαλακοκαύληδες |
| Γενική | μαλακοκαύλη | μαλακοκαύληδων |
| Αιτιατική | μαλακοκαύλη | μαλακοκαύληδες |
| Κλητική | μαλακοκαύλη | μαλακοκαύληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →