Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαλακώνω

/ma.laˈko.no/ρήμα
•
  1. μεταβατικόκάνω κάτι πιο μαλακό ή πιο απαλό Βικιλεξικό
    • Βούτηξε το παξιμάδι του στο γάλα για να το μαλακώσει.
    • Τι βάζεις στα μαλλιά σου μετά το σαμπουάν για να τα μαλακώσεις;
  2. μεταβατικόκάνω κάποιον ή κάτι πιο ήπιο, πιο πράο Βικιλεξικό
    • Μίλα του γλυκά, μπας και τον μαλακώσεις.
    • ενώ μιλούσε για την αγάπη του προς τα γράμματα, η φωνή του είχε κάτι άγριο, κάτι στρυφνό, αντίς να μαλακώσει με την αγάπη (Γιάννης Ψυχάρης, Προορισμός, «Δημοσιέφτηκε στο Νουμά, κ. αρ. 423, 13, αρ. 424, 20, αρ. 425, 27 του Φλεβάρη, αρ. 428, 20 του Μάρτη, 1911»)
    • 20ός/21ος αιώνας, Νίκος Κούνδουρος, Ονειρεύτηκα πως πέθανα, εκδόσεις: Ίκαρος, Αθήνα 2009, ISBN 9789608399945 @google.gr/books
  3. αμετάβατογίνομαι πιο μαλακός ή απαλός Βικιλεξικό
    • Βούτηξε το παξιμάδι του στο γάλα για να μαλακώσει.
  4. αμετάβατογίνομαι λιγότερο έντονος, πιο ήπιος, πιο πράος Βικιλεξικό
    • Έπαψε ο βοριάς και ο καιρός κάπως μαλάκωσε.
    • Με τα φάρμακα ο πόνος κάπως μαλάκωσε, αλλά δεν έφυγε τελείως.

Ετυμολογία

μαλακώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαλακώνω < ελληνιστική κοινή μαλακ(ῶ) (μαλάσσω, μαλακώνω) + -ώνω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμαλακώνωμαλακώνειςμαλακώνειμαλακώνουμεμαλακώνετεμαλακώνουν / μαλακώνουνε
Παρατατικόςμαλάκωναμαλάκωνεςμαλάκωνεμαλακώναμεμαλακώνατεμαλάκωναν / μαλακώναν / μαλακώνανε
Αόριστοςμαλάκωσαμαλάκωσεςμαλάκωσεμαλακώσαμεμαλακώσατεμαλάκωσαν / μαλακώσαν / μαλακώσανε
Μέλλονταςθα μαλακώνω / θα μαλακώσωθα μαλακώνεις / θα μαλακώσειςθα μαλακώνει / θα μαλακώσειθα μαλακώνουμε / θα μαλακώσουμεθα μαλακώνετε / θα μαλακώσετεθα μαλακώνουν / θα μαλακώνουνε / θα μαλακώσουν / θα μαλακώσουνε
Παρακείμενοςέχω μαλακώσειέχεις μαλακώσειέχει μαλακώσειέχουμε μαλακώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα μαλακώσειείχες μαλακώσειείχε μαλακώσειείχαμε μαλακώσει——
Υποτακτικήνα έχω μαλακώσει / να μαλακώνω / να μαλακώσωνα έχεις μαλακώσει / να μαλακώνεις / να μαλακώσειςνα έχει μαλακώσει / να μαλακώνει / να μαλακώσεινα έχουμε μαλακώσει / να μαλακώνουμε / να μαλακώσουμενα μαλακώνετε / να μαλακώσετενα μαλακώνουν / να μαλακώνουνε / να μαλακώσουν / να μαλακώσουνε
Προστακτική—μαλάκωνε / μαλάκωσε——μαλακώνετε / μαλακώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

μαλακώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →