μαλακώνω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι πιο μαλακό ή πιο απαλό Βικιλεξικό
- Βούτηξε το παξιμάδι του στο γάλα για να το μαλακώσει.
- Τι βάζεις στα μαλλιά σου μετά το σαμπουάν για να τα μαλακώσεις;
- μεταβατικόκάνω κάποιον ή κάτι πιο ήπιο, πιο πράο Βικιλεξικό
- Μίλα του γλυκά, μπας και τον μαλακώσεις.
- ενώ μιλούσε για την αγάπη του προς τα γράμματα, η φωνή του είχε κάτι άγριο, κάτι στρυφνό, αντίς να μαλακώσει με την αγάπη (Γιάννης Ψυχάρης, Προορισμός, «Δημοσιέφτηκε στο Νουμά, κ. αρ. 423, 13, αρ. 424, 20, αρ. 425, 27 του Φλεβάρη, αρ. 428, 20 του Μάρτη, 1911»)
- 20ός/21ος αιώνας, Νίκος Κούνδουρος, Ονειρεύτηκα πως πέθανα, εκδόσεις: Ίκαρος, Αθήνα 2009, ISBN 9789608399945 @google.gr/books
- αμετάβατογίνομαι πιο μαλακός ή απαλός Βικιλεξικό
- Βούτηξε το παξιμάδι του στο γάλα για να μαλακώσει.
- αμετάβατογίνομαι λιγότερο έντονος, πιο ήπιος, πιο πράος Βικιλεξικό
- Έπαψε ο βοριάς και ο καιρός κάπως μαλάκωσε.
- Με τα φάρμακα ο πόνος κάπως μαλάκωσε, αλλά δεν έφυγε τελείως.
Ετυμολογία
μαλακώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαλακώνω < ελληνιστική κοινή μαλακ(ῶ) (μαλάσσω, μαλακώνω) + -ώνω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαλακώνω | μαλακώνεις | μαλακώνει | μαλακώνουμε | μαλακώνετε | μαλακώνουν / μαλακώνουνε |
| Παρατατικός | μαλάκωνα | μαλάκωνες | μαλάκωνε | μαλακώναμε | μαλακώνατε | μαλάκωναν / μαλακώναν / μαλακώνανε |
| Αόριστος | μαλάκωσα | μαλάκωσες | μαλάκωσε | μαλακώσαμε | μαλακώσατε | μαλάκωσαν / μαλακώσαν / μαλακώσανε |
| Μέλλοντας | θα μαλακώνω / θα μαλακώσω | θα μαλακώνεις / θα μαλακώσεις | θα μαλακώνει / θα μαλακώσει | θα μαλακώνουμε / θα μαλακώσουμε | θα μαλακώνετε / θα μαλακώσετε | θα μαλακώνουν / θα μαλακώνουνε / θα μαλακώσουν / θα μαλακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαλακώσει | έχεις μαλακώσει | έχει μαλακώσει | έχουμε μαλακώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαλακώσει | είχες μαλακώσει | είχε μαλακώσει | είχαμε μαλακώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαλακώσει / να μαλακώνω / να μαλακώσω | να έχεις μαλακώσει / να μαλακώνεις / να μαλακώσεις | να έχει μαλακώσει / να μαλακώνει / να μαλακώσει | να έχουμε μαλακώσει / να μαλακώνουμε / να μαλακώσουμε | να μαλακώνετε / να μαλακώσετε | να μαλακώνουν / να μαλακώνουνε / να μαλακώσουν / να μαλακώσουνε |
| Προστακτική | — | μαλάκωνε / μαλάκωσε | — | — | μαλακώνετε / μαλακώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μαλακώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →