μαλαπέρδα
•
- λαϊκότροποτο πέος, ο φαλλός Βικιλεξικό
- Έπρεπε να σ'είχα, μανάρι μου, τότε που με την μαλαπέρδα μου έσπαζα καρύδια, κι αν δεν έβλεπες τον Μωυσή λουστραδόρο, εμένα να μη με λέγανε Βασίλη ... Τώρα, τέτοια ώρα, τέτοια λόγια (Βασίλης Χατζηβασιλείου, Μια Κυριακή που την είπανε Τρίτη: μυθιστόρημα, Κέδρος, σ. 181)
- Απορώ με τη χαζομάρα του, να κάνει τέτοιο άγαρμπο πέσιμο, δεξιά και αριστερά - γιατί προφανώς δεν είμαι η μόνη που έχει δει την καρπερή μαλαπέρδα. (Αύγουστος Κορτώ, Το σεξ και πώς να το αποφύγετε, εκδ. Πατάκη, 2024)
- κατ’ επέκτασηδιάφορα μακριά ή κυλινδρικά αντικείμενα που μοιάζουν στο σχήμα ή στο περίγραμμα με φαλλό^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαλαπέρδα < άγνωστης ετυμολογίας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαλαπέρδα | μαλαπέρδες |
| Γενική | μαλαπέρδας | — |
| Αιτιατική | μαλαπέρδα | μαλαπέρδες |
| Κλητική | μαλαπέρδα | μαλαπέρδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →