μαλαφράντζα
•
- παρωχημένοη σύφιλη ή «γαλλικόν πάθος» Βικιλεξικό
- Νικολίδου Ιωάννου του Πίνδου, ιατρού, "Ερμηνεία περί του πώς πρέπει να θεραπεύεται το Γαλλικόν Πάθος, ήγουν η Μαλαφράντζα", Βιέννη, 1794.
- Τον πυρετό στους Τροπικούς, του Rio τη μαλαφράντζα, / την πυρκαγιά που ανάψαμε μια νύχτα στο Μανάο. (⌘ Νίκος Καββαδίας, Πικρία 7-2-1975)
- κατ’ επέκτασηκάθε αφροδίσιο νόσημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαλαφράντζα < (άμεσο δάνειο) ιταλική male di Fancia < male (di) Francia (αρρώστια [της] Γαλλίας) με υποχωρητική αφομοίωση [e], [a] > [a], [a]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαλαφράντζα | μαλαφράντζες |
| Γενική | μαλαφράντζας | — |
| Αιτιατική | μαλαφράντζα | μαλαφράντζες |
| Κλητική | μαλαφράντζα | μαλαφράντζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →