Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαλαϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται ή σχετίζεται με τη Μαλαισία και τους Mαλαισίους Βικιλεξικό
  2. που ανήκει ή προέρχεται από τη Μαλαισία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαλαϊκός < αγγλική Malayan με μετατροπή στα ελληνικά της κατάληξης σε -ικός < από το μαλαϊκό Mĕlayu

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαλαϊκόςμαλαϊκήμαλαϊκό
Γενικήμαλαϊκούμαλαϊκήςμαλαϊκού
Αιτιατικήμαλαϊκόμαλαϊκήμαλαϊκό
Κλητικήμαλαϊκέμαλαϊκήμαλαϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαλαϊκοίμαλαϊκέςμαλαϊκά
Γενικήμαλαϊκώνμαλαϊκώνμαλαϊκών
Αιτιατικήμαλαϊκούςμαλαϊκέςμαλαϊκά
Κλητικήμαλαϊκοίμαλαϊκέςμαλαϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →