μαλθακότητα
•
- η έλλειψη πάθους ή αποφασιστικότητας στην προσπάθεια επίτευξης στόχων Βικιλεξικό
- η οκνηρή και χωρίς σκληραγώγηση ζωή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαλθακότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μαλθακότης από την αιτιατική ενικού «τὴν μαλθακότητα»
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαλθακότητα | μαλθακότητες |
| Γενική | μαλθακότητας | μαλθακοτήτων |
| Αιτιατική | μαλθακότητα | μαλθακότητες |
| Κλητική | μαλθακότητα | μαλθακότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →