μαλθακώνω
•
- κάνω κάτι μαλθακό Βικιλεξικό
- κακομαθαίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαλθακώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαλθακώνω | μαλθακώνεις | μαλθακώνει | μαλθακώνουμε | μαλθακώνετε | μαλθακώνουν / μαλθακώνουνε |
| Παρατατικός | μαλθάκωνα | μαλθάκωνες | μαλθάκωνε | μαλθακώναμε | μαλθακώνατε | μαλθάκωναν / μαλθακώναν / μαλθακώνανε |
| Αόριστος | μαλθάκωσα | μαλθάκωσες | μαλθάκωσε | μαλθακώσαμε | μαλθακώσατε | μαλθάκωσαν / μαλθακώσαν / μαλθακώσανε |
| Μέλλοντας | θα μαλθακώνω / θα μαλθακώσω | θα μαλθακώνεις / θα μαλθακώσεις | θα μαλθακώνει / θα μαλθακώσει | θα μαλθακώνουμε / θα μαλθακώσουμε | θα μαλθακώνετε / θα μαλθακώσετε | θα μαλθακώνουν / θα μαλθακώνουνε / θα μαλθακώσουν / θα μαλθακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαλθακώσει | έχεις μαλθακώσει | έχει μαλθακώσει | έχουμε μαλθακώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαλθακώσει | είχες μαλθακώσει | είχε μαλθακώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαλθακώσει / να μαλθακώνω / να μαλθακώσω | να έχεις μαλθακώσει / να μαλθακώνεις / να μαλθακώσεις | να έχει μαλθακώσει / να μαλθακώνει / να μαλθακώσει | να έχουμε μαλθακώσει / να μαλθακώνουμε / να μαλθακώσουμε | να μαλθακώνετε / να μαλθακώσετε | να μαλθακώνουν / να μαλθακώνουνε / να μαλθακώσουν / να μαλθακώσουνε |
| Προστακτική | — | μαλθάκωνε / μαλθάκωσε | — | — | μαλθακώνετε / μαλθακώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μαλθακώθηκαμαλθακώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →