μαλλί της γριάς
•
- γλυκόπου παρασκευάζεται από νήματα λιωμένης ζάχαρης με ειδικό μηχάνημα Βικιλεξικό
- Ένας χοντρός αθίγγανος με ένα τσούρμο παιδιά που έτρωγαν μαλλί της γριάς πλησίασε τον Νικολάι. Του κόλλησε ένα χαρτονόμισμα στο μέτωπο και του ʼδωσε την παραγγελιά του.
- Αυτή η αίσθηση της κρούστας στα δάχτυλά του, η γεύση της ζάχαρης στο στόμα του, του έφερε στη μνήμη την αίσθηση και τη γεύση ενός άλλου γλυκού - μαλλί της γριάς - που συνήθιζε να τρώει στο καλοκαιρινό πανηγύρι της κωμόπολης.
Ετυμολογία
μαλλί της γριάς < → δείτε τις λέξεις μαλλί, της και γριά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →