μαλλιαρός
•
- που έχει πολλά μαλλιά, πολύ τρίχωμα Βικιλεξικό
- Ἕνα βλαχόπουλο ἔτρεχε πρὸς τὰ κεῖ, φωνάζοντας τὸ σκύλο. Ἔφτασε, ἅρπαξε τὸ σκύλο ἀπὸ τὸ μαλλιαρό του λαιμό, καὶ σηκώνοντας τὴν ἀγκλίτσα του, ἔκανε πὼς θὰ τὸν τσακίση στὸ ξύλο. Ὁ σκύλος κάθισε κάτω καὶ μαζεύτηκε. Τὸ βλαχόπουλο ἦταν ἕνα παιδάκι. Ὁ σκύλος δυὸ φορὲς σὰν αὐτό (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, κεφάλαιο: Ένα βλαχόπουλο που δε λέει πολλά λόγια, α' έκδοση, 1918)
- μεταφορικάπου έχει σχέση με τον μαλλιαρισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαλλιαρός < μεσαιωνική ελληνική μαλλιαρός < μαλλίν < αρχαία ελληνική μαλλός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαλλιαρός | μαλλιαρή / μαλλιαρη | μαλλιαρο / μαλλιαρό |
| Γενική | μαλλιαρού | μαλλιαρής | μαλλιαρού |
| Αιτιατική | μαλλιαρό | μαλλιαρή | μαλλιαρό |
| Κλητική | μαλλιαρέ | μαλλιαρή | μαλλιαρό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαλλιαροί | μαλλιαρές | μαλλιαρά |
| Γενική | μαλλιαρών | μαλλιαρών | μαλλιαρών |
| Αιτιατική | μαλλιαρούς | μαλλιαρές | μαλλιαρά |
| Κλητική | μαλλιαροί | μαλλιαρές | μαλλιαρά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →