μαλώνω
•
- μεταβατικόεπιπλήττω κάποιον, του κάνω παρατήρηση Βικιλεξικό
- αμετάβατοτσακώνομαι με κάποιον, διαπληκτίζομαι Βικιλεξικό
- Κάθε φορά που τον βρίσκαν μπροστά τους, τον βρίζαν και πάντα θέλανε να μαλώνουν μαζί του. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)
- αμετάβατοδιακόπτω σχέσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαλώνω < μεσαιωνική ελληνική μαλώνω < ομαλός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαλώνω | μαλώνεις | μαλώνει | μαλώνουμε | μαλώνετε | μαλώνουν / μαλώνουνε |
| Παρατατικός | μάλωνα | μάλωνες | μάλωνε | μαλώναμε | μαλώνατε | μάλωναν / μαλώναν / μαλώνανε |
| Αόριστος | μάλωσα | μάλωσες | μάλωσε | μαλώσαμε | μαλώσατε | μάλωσαν / μαλώσαν / μαλώσανε |
| Μέλλοντας | θα μαλώνω / θα μαλώσω | θα μαλώνεις / θα μαλώσεις | θα μαλώνει / θα μαλώσει | θα μαλώνουμε / θα μαλώσουμε | θα μαλώνετε / θα μαλώσετε | θα μαλώνουν / θα μαλώνουνε / θα μαλώσουν / θα μαλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαλώσει | έχεις μαλώσει | έχει μαλώσει | έχουμε μαλώσει | έχετε μαλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαλώσει | είχες μαλώσει | είχε μαλώσει | είχαμε μαλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαλώσει / να μαλώνω / να μαλώσω | να έχεις μαλώσει / να μαλώνεις / να μαλώσεις | να έχει μαλώσει / να μαλώνει / να μαλώσει | να έχουμε μαλώσει / να μαλώνουμε / να μαλώσουμε | να έχετε μαλώσει / να μαλώνετε / να μαλώσετε | να μαλώνουν / να μαλώνουνε / να μαλώσουν / να μαλώσουνε |
| Προστακτική | — | μάλωνε / μάλωσε | — | — | μαλώνετε / μαλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →