μαμά
•
- οικογένειαη μητέρα, γυναίκα που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει Βικιλεξικό
- επιφωνηματικάμαμά μου! (για ξαφνικό φόβο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαμά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μάμμα με μετακίνηση του τόνου με την επίδραση της γαλλικής maman και ορθογραφική απλοποίηση των ⟨μμ⟩ < αρχαία ελληνική μάμμη, (στην παιδική γλώσσα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαμά | μαμάδες |
| Γενική | μαμάς | μαμάδων |
| Αιτιατική | μαμά | μαμάδες |
| Κλητική | μαμά | μαμάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →