Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαμά

/maˈma/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικογένειαη μητέρα, γυναίκα που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει Βικιλεξικό
  2. επιφωνηματικάμαμά μου! (για ξαφνικό φόβο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαμά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μάμμα με μετακίνηση του τόνου με την επίδραση της γαλλικής maman και ορθογραφική απλοποίηση των ⟨μμ⟩ < αρχαία ελληνική μάμμη, (στην παιδική γλώσσα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαμάμαμάδες
Γενικήμαμάςμαμάδων
Αιτιατικήμαμάμαμάδες
Κλητικήμαμάμαμάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →