μαμή
•
- επάγγελμαη γυναίκα που παραστέκεται στην εγκυμονούσα κατά τον τοκετό και προσφέρει τις πρώτες φροντίδες στο νεογέννητο· η μαία Βικιλεξικό
- Μια φορά, χειμώνα καιρό, γένναγε η Κατσέναινα και ειδοποίησαν τη μάνα μου, τη μαμή, να πάει να βοηθήσει (Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, Λαογραφικά του Αχλαδόκαμπου, 1985, σελ. 131)
- μεταφορικάαυτό που συμβάλει αποφασιστικά στο να γεννηθεί κάτι καινούριο. Βικιλεξικό
- «Η βία είναι η μαμή της ιστορίας.», Κ.Μαρξ
Ετυμολογία
μαμή < αρχαία ελληνική μάμμη (γιαγιά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαμή | μαμές |
| Γενική | μαμής | μαμών |
| Αιτιατική | μαμή | μαμές |
| Κλητική | μαμή | μαμές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →