μαμμωνάς
•
- λέξη απαντάται στην Καινή Διαθήκη και είναι συνώνυμο του πλούτου και των υλικών αγαθών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαμμωνάς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μαμωνᾶς < αραμαϊκή מָמוֺנָא (māmōnā, πλούτος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαμμωνάς | μαμμωνάδες |
| Γενική | μαμμωνά | μαμμωνάδων |
| Αιτιατική | μαμμωνά | μαμμωνάδες |
| Κλητική | μαμμωνά | μαμμωνάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →