Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαμούνι

/maˈmu.ni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. έντομοζωύφιο, έντομο, κυρίως αυτό που το συναντάμε να κινείται πάνω σε φυτά, λουλούδια, καρπούς κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαμούνι < μεσαιωνική ελληνική μαμούνι(ν) < (ίσως) ελληνιστική κοινή μάμμος ή < ελληνιστική κοινή μαμμᾶν (για παιδιά: κράζω για φαγητό, τρώω) (με παρετυμολόγηση κι απ’ την τουρκική maymun (μαϊμού))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαμούνιμαμούνια
Γενικήμαμουνιούμαμουνιών
Αιτιατικήμαμούνιμαμούνια
Κλητικήμαμούνιμαμούνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →