μαμούνι
•
- έντομοζωύφιο, έντομο, κυρίως αυτό που το συναντάμε να κινείται πάνω σε φυτά, λουλούδια, καρπούς κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαμούνι < μεσαιωνική ελληνική μαμούνι(ν) < (ίσως) ελληνιστική κοινή μάμμος ή < ελληνιστική κοινή μαμμᾶν (για παιδιά: κράζω για φαγητό, τρώω) (με παρετυμολόγηση κι απ’ την τουρκική maymun (μαϊμού))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαμούνι | μαμούνια |
| Γενική | μαμουνιού | μαμουνιών |
| Αιτιατική | μαμούνι | μαμούνια |
| Κλητική | μαμούνι | μαμούνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →