μανδαρινάτο
•
- ελίτ, άρχουσα τάξη σε μια κοινωνία Βικιλεξικό
- Δεν ήταν αποδεκτός στο μανδαρινάτο τους, επειδή ήταν λαϊκό παιδί και φτωχός
- τρόπος διοίκησης κατά το πρότυπο των μανδαρίνων, αντιδημοκρατικός και πολύ γραφειοκρατικός, διόλου νεωτεριστικός, βαθύτατα παραδοσιακός ή συντηρητικός Βικιλεξικό
- Μετέβαλαν την πολιτική ζωή σε μανδαρινάτο
Ετυμολογία
μανδαρινάτο < Μανδαρίνος + -άτο (κατά το χαλιφάτο, χανάτο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μανδαρινάτο | — |
| Γενική | μανδαρινάτου | — |
| Αιτιατική | μανδαρινάτο | — |
| Κλητική | μανδαρινάτο | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →