μανδαρινισμός
•
- η αυτοκρατορία της γραφειοκρατίας, η ακραία γραφειοκρατική νοοτροπία που στραγγαλίζει οτιδήποτε νεωτεριστικό ή και ανθρώπινο, η προσήλωση στην εξουσία του γράμματος του νόμου, του τύπου, δηλαδή του τυπικά ορθού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μανδαρινισμός < μανδαρίνος + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μανδαρινισμός | μανδαρινισμοί |
| Γενική | μανδαρινισμού | μανδαρινισμών |
| Αιτιατική | μανδαρινισμό | μανδαρινισμούς |
| Κλητική | μανδαρινισμέ | μανδαρινισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →