Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μανδαρινισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η αυτοκρατορία της γραφειοκρατίας, η ακραία γραφειοκρατική νοοτροπία που στραγγαλίζει οτιδήποτε νεωτεριστικό ή και ανθρώπινο, η προσήλωση στην εξουσία του γράμματος του νόμου, του τύπου, δηλαδή του τυπικά ορθού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μανδαρινισμός < μανδαρίνος + -ισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμανδαρινισμόςμανδαρινισμοί
Γενικήμανδαρινισμούμανδαρινισμών
Αιτιατικήμανδαρινισμόμανδαρινισμούς
Κλητικήμανδαρινισμέμανδαρινισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →