μανιάζω
•
- νευριάζω πάρα πολύ Βικιλεξικό
- γίνομαι σφοδρός και ορμητικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μανιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μανιάζω, τύπος τού μανίζω με μεταπλασμό + -ιάζω < αρχαία ελληνική μαίνομαι
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μανιάζω | μανιάζεις | μανιάζει | μανιάζουμε | μανιάζετε | μανιάζουν / μανιάζουνε |
| Παρατατικός | μάνιαζα | μάνιαζες | μάνιαζε | μανιάζαμε | μανιάζατε | μάνιαζαν / μανιάζαν / μανιάζανε |
| Αόριστος | μάνιασα | μάνιασες | μάνιασε | μανιάσαμε | μανιάσατε | μάνιασαν / μανιάσαν / μανιάσανε |
| Μέλλοντας | θα μανιάζω / θα μανιάσω | θα μανιάζεις / θα μανιάσεις | θα μανιάζει / θα μανιάσει | θα μανιάζουμε / θα μανιάσουμε | θα μανιάζετε / θα μανιάσετε | θα μανιάζουν / θα μανιάζουνε / θα μανιάσουν / θα μανιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μανιάσει | έχεις μανιάσει | έχει μανιάσει | έχουμε μανιάσει | έχετε μανιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μανιάσει | είχες μανιάσει | είχε μανιάσει | είχαμε μανιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μανιάσει / να μανιάζω / να μανιάσω | να έχεις μανιάσει / να μανιάζεις / να μανιάσεις | να έχει μανιάσει / να μανιάζει / να μανιάσει | να έχουμε μανιάσει / να μανιάζουμε / να μανιάσουμε | να έχετε μανιάσει / να μανιάζετε / να μανιάσετε | να μανιάζουν / να μανιάζουνε / να μανιάσουν / να μανιάσουνε |
| Προστακτική | — | μάνιαζε / μάνιασε | — | — | μανιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μανιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →