μανιάτικο
•
- διαπροσωπική έχθρα που διαιωνίζεται Βικιλεξικό
- το κρατάω μανιάτικο: τρέφω διαρκή συναισθήματα εχθρότητας και μνησικακίας, δε συγχωρώ στον άλλον κάτι που μου έκανε και με έβλαψε ή με πρόσβαλε
Ετυμολογία
μανιάτικο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μανιάτικος· αναφέρεται στο μανιάτικο έθιμο της βεντέτας που συνεχιζόταν από γενιά σε γενιά στη Μάνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μανιάτικο | — |
| Γενική | μανιάτικου | — |
| Αιτιατική | μανιάτικο | — |
| Κλητική | μανιάτικο | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →