μανιβέλα
•
- ράβδος ή μοχλός που φέρει δυο ορθές γωνίες στη σειρά, ώστε να μπορεί να περιστρέφεται, προκειμένου να λειτουργεί ένα χειροκίνητο μηχάνημα, ή να εκκινήσει ένας κινητήρας Βικιλεξικό
- μεταφορικάξυλοκόπημα, ξυλοφόρτωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μανιβέλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική manovella ή γαλλική manivelle ή με την επίδραση από την τουρκική manivela < δημώδης λατινική *manibulo (χερούλι), παράλληλος τύπος για τη λατινική manicula (χειρολαβή αρότρου), υποκοριστικό του manus (χέρι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μανιβέλα | μανιβέλες |
| Γενική | μανιβέλας | — |
| Αιτιατική | μανιβέλα | μανιβέλες |
| Κλητική | μανιβέλα | μανιβέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →