μανιχαϊστής
•
- θρησκείαοπαδός ή πιστός του μανιχαϊσμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μανιχαϊστής < μανιχαϊσμός + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μανιχαϊστής | μανιχαϊστές |
| Γενική | μανιχαϊστή | μανιχαϊστών |
| Αιτιατική | μανιχαϊστή | μανιχαϊστές |
| Κλητική | μανιχαϊστή | μανιχαϊστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →