Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μανιχαϊστικός

/ma.ni.xa.i.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον μανιχαϊσμό ή τον μαχιναϊστη ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου ερμηνεύει τα πράγματα με την αντίθεση δύο θεωρήσεων, δυϊσμού, ανάλογες με την μανιχαϊστική αντίθεση καλού κακού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μανιχαϊστικός < μανιχαϊστ(ής) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμανιχαϊστικόςμανιχαϊστικήμανιχαϊστικό
Γενικήμανιχαϊστικούμανιχαϊστικήςμανιχαϊστικού
Αιτιατικήμανιχαϊστικόμανιχαϊστικήμανιχαϊστικό
Κλητικήμανιχαϊστικέμανιχαϊστικήμανιχαϊστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμανιχαϊστικοίμανιχαϊστικέςμανιχαϊστικά
Γενικήμανιχαϊστικώνμανιχαϊστικώνμανιχαϊστικών
Αιτιατικήμανιχαϊστικούςμανιχαϊστικέςμανιχαϊστικά
Κλητικήμανιχαϊστικοίμανιχαϊστικέςμανιχαϊστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →