μανιχαϊστικός
•
- που έχει σχέση με τον μανιχαϊσμό ή τον μαχιναϊστη ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου ερμηνεύει τα πράγματα με την αντίθεση δύο θεωρήσεων, δυϊσμού, ανάλογες με την μανιχαϊστική αντίθεση καλού κακού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μανιχαϊστικός < μανιχαϊστ(ής) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μανιχαϊστικός | μανιχαϊστική | μανιχαϊστικό |
| Γενική | μανιχαϊστικού | μανιχαϊστικής | μανιχαϊστικού |
| Αιτιατική | μανιχαϊστικό | μανιχαϊστική | μανιχαϊστικό |
| Κλητική | μανιχαϊστικέ | μανιχαϊστική | μανιχαϊστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μανιχαϊστικοί | μανιχαϊστικές | μανιχαϊστικά |
| Γενική | μανιχαϊστικών | μανιχαϊστικών | μανιχαϊστικών |
| Αιτιατική | μανιχαϊστικούς | μανιχαϊστικές | μανιχαϊστικά |
| Κλητική | μανιχαϊστικοί | μανιχαϊστικές | μανιχαϊστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →