μανουάλι
•
- εκκλησιαστικός όροςαντικείμενο σε ναό με επιδαπέδια βάση και υποδοχές για κεριά (κηροπήγιο) ή δοχείο με άμμο, στο οποίο οι εκκλησιαζόμενοι τοποθετούν τα αναμμένα κεριά τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μανουάλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μανουάλι(ο)ν < μεσαιωνική λατινική (candelabrum) manuale (κηροπήγιο φορητό) < λατινική manus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μανουάλι | μανουάλια |
| Γενική | μανουαλιού | μανουαλιών |
| Αιτιατική | μανουάλι | μανουάλια |
| Κλητική | μανουάλι | μανουάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →