Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μανουβράρισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το αποτέλεσμα του μανουβράρω, η ενέργεια του μανουβράρω, οι ελιγμοί που κάνει κάποιος οδηγώντας ένα όχημα (τρένο, φορτηγό, πλοίο ή και ΙΧ), η μανούβρα Βικιλεξικό
  2. επαναληπτική κίνηση μπρος - πίσω, δεξιά - αριστερά. Βικιλεξικό
  3. οι ελιγμοί στη συμπεριφορά για να αποφύγει κάποιος μια δυσάρεστη εξέλιξη ή για να πετύχει το στόχο του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μανουβράρισμα < μανουβράρω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμανουβράρισμαμανουβραρίσματα
Γενικήμανουβραρίσματοςμανουβραρισμάτων
Αιτιατικήμανουβράρισμαμανουβραρίσματα
Κλητικήμανουβράρισμαμανουβραρίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →