μανουβράρισμα
•
- το αποτέλεσμα του μανουβράρω, η ενέργεια του μανουβράρω, οι ελιγμοί που κάνει κάποιος οδηγώντας ένα όχημα (τρένο, φορτηγό, πλοίο ή και ΙΧ), η μανούβρα Βικιλεξικό
- επαναληπτική κίνηση μπρος - πίσω, δεξιά - αριστερά. Βικιλεξικό
- οι ελιγμοί στη συμπεριφορά για να αποφύγει κάποιος μια δυσάρεστη εξέλιξη ή για να πετύχει το στόχο του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μανουβράρισμα < μανουβράρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μανουβράρισμα | μανουβραρίσματα |
| Γενική | μανουβραρίσματος | μανουβραρισμάτων |
| Αιτιατική | μανουβράρισμα | μανουβραρίσματα |
| Κλητική | μανουβράρισμα | μανουβραρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →