Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαντάρισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το αποτέλεσμα αλλά και η ενέργεια τού μαντάρω Βικιλεξικό
    • Και εξηγεί ότι οι δουλειές πάνε καλά επειδή οι Ελληνίδες δεν... ράβουν: «Ναι, ένα καλό ρούχο μάς το φέρνουν για μαντάρισμα, αλλά κυρίως επειδή οι νεότερες γυναίκες δεν ξέρουν να το κάνουν μόνες τους». (*)

Ετυμολογία

μαντάρισμα < μαντάρ(ω) + -ισμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαντάρισμαμανταρίσματα
Γενικήμανταρίσματοςμανταρισμάτων
Αιτιατικήμαντάρισμαμανταρίσματα
Κλητικήμαντάρισμαμανταρίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →