μαντάτο
•
- οικείοη είδηση, το νέο (συχνά, για δυσάρεστη είδηση) Βικιλεξικό
- Τρεῖς μέρες κάνουν πόλεμο, τρεῖς μέρες και τρεῖς νύχτες,χωρίς νερό, χωρίς ψωμί, χωρίς κἄνα μαντᾶτο (κλέφτικο τραγούδι του 1821)
- Ἀφοῦ εἶδε κι ἀποεῖδε, ἡ γρια-Μορισίνα, καὶ καμμιὰ δουλειά, κανένα ἔργο, ὅ,τι κι ἂν εἶχε καταπιαστῆ, δὲν τῆς ἐβγῆκε σὲ καλὸ τέλος, στὰ ὑστερνά της βάλθηκε κι αὐτὴ ν᾿ ἀποσώνῃ τὶς κουβέντες, τὰ μαντᾶτα, καὶ τὶς δουλειὲς τῶν ἀλλωνῶν.[…]
- Μη πετάει φτερό στο πέλαγο και μαντάτο απ’ την Αθήνα. Τι να θυμηθώ απ’ τα μάτια σου που ‘χω να τα δω ένα μήνα.
Ετυμολογία
μαντάτο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαντᾶτον < ελληνιστική κοινή μανδᾶτον < λατινική mandatum
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαντάτο | μαντάτα |
| Γενική | μαντάτου | μαντάτων |
| Αιτιατική | μαντάτο | μαντάτα |
| Κλητική | μαντάτο | μαντάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →