Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαντέκα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοαλοιφή που έβαζαν μέχρι τον 20ο αιώνα στο μουστάκι τους για να του δίνουν γυαλάδα και φόρμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαντέκα < (άμεσο δάνειο) ιταλική manteca < ισπανική manteca < λατινική mantica < manus

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαντέκαμαντέκες
Γενικήμαντέκας—
Αιτιατικήμαντέκαμαντέκες
Κλητικήμαντέκαμαντέκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →