μαντίλια
•
- ενδυμασίαισπανικό μεταξωτό, δαντελωτό σάλι που φοριόταν και στο κεφάλι και ήταν μετά την Αναγέννηση της μόδας σε όλη την Ευρώπη -συχνά στερεωνόταν στα μαλλιά με το ισπανικό χτένι ή με τόκες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαντίλια < παλιότερα μαντίλλια < (άμεσο δάνειο) ισπανική mantilla (προφορά /manˈti.ʎa/) < υποκοριστικό του manto (σάλι) < λατινική mantele
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαντίλια | μαντίλιες |
| Γενική | μαντίλιας | — |
| Αιτιατική | μαντίλια | μαντίλιες |
| Κλητική | μαντίλια | μαντίλιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →