μανταμίτσα
•
- μικρή κυρία, χαριτωμένος και τρυφερός τρόπος χαρακτηρισμού κοπέλας ή μικρού κοριτσιού που μοιάζει μεγαλύτερο από την ηλικία του λόγω των ρούχων, του κουρέματος των μαλλιών, της συμπεριφοράς κ.α. εξωτερικών κυρίως χαρακτηριστικών που παραπέμπουν σε ωριμότητα και ευγένεια ενηλίκων Βικιλεξικό
- προσφώνησηοικεία προσφώνηση για γυναίκα Βικιλεξικό
- ειρωνικός και συνήθως μειωτικός χαρακτηρισμός γυναίκας που δεν πληροί τις προϋποθέσεις να χαρακτηριστεί μαντάμ (δηλαδή υπολείπεται σε κάποια χαρακτηριστικά της κυρίας με τη συμβατική έννοια του όρου). Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μανταμίτσα < υποκοριστικό του μαντάμ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μανταμίτσα | μανταμίτσες |
| Γενική | μανταμίτσας | — |
| Αιτιατική | μανταμίτσα | μανταμίτσες |
| Κλητική | μανταμίτσα | μανταμίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →