Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μανταμίτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μικρή κυρία, χαριτωμένος και τρυφερός τρόπος χαρακτηρισμού κοπέλας ή μικρού κοριτσιού που μοιάζει μεγαλύτερο από την ηλικία του λόγω των ρούχων, του κουρέματος των μαλλιών, της συμπεριφοράς κ.α. εξωτερικών κυρίως χαρακτηριστικών που παραπέμπουν σε ωριμότητα και ευγένεια ενηλίκων Βικιλεξικό
  2. προσφώνησηοικεία προσφώνηση για γυναίκα Βικιλεξικό
  3. ειρωνικός και συνήθως μειωτικός χαρακτηρισμός γυναίκας που δεν πληροί τις προϋποθέσεις να χαρακτηριστεί μαντάμ (δηλαδή υπολείπεται σε κάποια χαρακτηριστικά της κυρίας με τη συμβατική έννοια του όρου). Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μανταμίτσα < υποκοριστικό του μαντάμ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμανταμίτσαμανταμίτσες
Γενικήμανταμίτσας—
Αιτιατικήμανταμίτσαμανταμίτσες
Κλητικήμανταμίτσαμανταμίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →