μαντεμτζής
•
- αυτός που ασχολείται αποκλειστικά με το μαντέμι Βικιλεξικό
- επάγγελμαο μεταλλευτής, ο μεταλλουργός, ο ιδιοκτήτης μεταλείου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαντεμτζής < μαντέμι + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαντεμτζής | μαντεμτζήδες |
| Γενική | μαντεμτζή | μαντεμτζήδων |
| Αιτιατική | μαντεμτζή | μαντεμτζήδες |
| Κλητική | μαντεμτζή | μαντεμτζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →