Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαντευτής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. εκείνος που ασκεί τη μαντεία, που μαντεύει, ο μάντης (σχηματίστηκε στη νεοελληνική κατά το γητευτής, μπαλωματής, μαντατευτής αλλά συνήθως προτιμάται το μάντης) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαντευτής < αρχαία ελληνική μαντευτός (αυτός που μαντεύθηκε, που τον μάντευψε το μαντείο) αλλά στον Ηλιόδωρο ανευρίσκεται και η λέξη μαντευτής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαντευτήςμαντευτές
Γενικήμαντευτήμαντευτών
Αιτιατικήμαντευτήμαντευτές
Κλητικήμαντευτήμαντευτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →