Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαντζάνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιωματικόη μελιτζάνα Βικιλεξικό
    • Μαντζάνα ψημέν', κουπανισμέν' και βρασμέν' με γάλα είναι γιατρικό για να μείν' η γυναίκα έγκυα

Ετυμολογία

μαντζάνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαντζάνα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαντζάναμαντζάνες
Γενικήμαντζάνας—
Αιτιατικήμαντζάναμαντζάνες
Κλητικήμαντζάναμαντζάνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →