μαντζάνα
•
- ιδιωματικόη μελιτζάνα Βικιλεξικό
- Μαντζάνα ψημέν', κουπανισμέν' και βρασμέν' με γάλα είναι γιατρικό για να μείν' η γυναίκα έγκυα
Ετυμολογία
μαντζάνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαντζάνα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαντζάνα | μαντζάνες |
| Γενική | μαντζάνας | — |
| Αιτιατική | μαντζάνα | μαντζάνες |
| Κλητική | μαντζάνα | μαντζάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →