Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαντζαφλάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. προφορικόαντικείμενο που δεν γνωρίζουμε τ’ όνομά του Βικιλεξικό
  2. σκωπτικότο ανδρικό μόριο, το πέος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαντζαφλάρι < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαντζαφλάριμαντζαφλάρια
Γενική——
Αιτιατικήμαντζαφλάριμαντζαφλάρια
Κλητικήμαντζαφλάριμαντζαφλάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →