μαντζαφλάρι
•
- προφορικόαντικείμενο που δεν γνωρίζουμε τ’ όνομά του Βικιλεξικό
- σκωπτικότο ανδρικό μόριο, το πέος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαντζαφλάρι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαντζαφλάρι | μαντζαφλάρια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | μαντζαφλάρι | μαντζαφλάρια |
| Κλητική | μαντζαφλάρι | μαντζαφλάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →