Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαντζουράνα

/man.d͡zuˈɾa.na/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυτόαγγειόσπερμο δικότυλο πολυετές φυτό (origanum majorana) ανήκει στην τάξη Λαμιώδη και στην οικογένεια Χειλανθή· είναι συγγενικό φυτό με τη ρίγανη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαντζουράνα < ματζουράνα με ερρινοποίηση του < (άμεσο δάνειο) βενετική mazorana < πιθανόν μεσαιωνική λατινική majoranus / majoracus < λατινική amaracus / amaracum < αρχαία ελληνική ἀμάρακος / ἀμάρακοn, οπότε, πιθανό (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαντζουράναμαντζουράνες
Γενικήμαντζουράνας—
Αιτιατικήμαντζουράναμαντζουράνες
Κλητικήμαντζουράναμαντζουράνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →