μαντζουριανός
•
- σχετικός με τη Μαντζουρία, καταγόμενος από εκεί, προερχόμενος από εκεί Βικιλεξικό
- έχει φέρει ένα καταπληκτικό μαντζουριανό χαλί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαντζουριανός < Μαντζουρία < Manshū (ιαπωνική ονομασία της περιοχής)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαντζουριανός | μαντζουριανή | μαντζουριανό |
| Γενική | μαντζουριανού | μαντζουριανής | μαντζουριανού |
| Αιτιατική | μαντζουριανό | μαντζουριανή | μαντζουριανό |
| Κλητική | μαντζουριανέ | μαντζουριανή | μαντζουριανό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαντζουριανοί | μαντζουριανές | μαντζουριανά |
| Γενική | μαντζουριανών | μαντζουριανών | μαντζουριανών |
| Αιτιατική | μαντζουριανούς | μαντζουριανές | μαντζουριανά |
| Κλητική | μαντζουριανοί | μαντζουριανές | μαντζουριανά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →