Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαντζουριανός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη Μαντζουρία, καταγόμενος από εκεί, προερχόμενος από εκεί Βικιλεξικό
  2. έχει φέρει ένα καταπληκτικό μαντζουριανό χαλί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαντζουριανός < Μαντζουρία < Manshū (ιαπωνική ονομασία της περιοχής)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαντζουριανόςμαντζουριανήμαντζουριανό
Γενικήμαντζουριανούμαντζουριανήςμαντζουριανού
Αιτιατικήμαντζουριανόμαντζουριανήμαντζουριανό
Κλητικήμαντζουριανέμαντζουριανήμαντζουριανό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαντζουριανοίμαντζουριανέςμαντζουριανά
Γενικήμαντζουριανώνμαντζουριανώνμαντζουριανών
Αιτιατικήμαντζουριανούςμαντζουριανέςμαντζουριανά
Κλητικήμαντζουριανοίμαντζουριανέςμαντζουριανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →