μαντρίζω
•
- βάζω τα ζώα στο μαντρί, σταυλίζω, σηκάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαντρίζω < μαντρί + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαντρίζω | μαντρίζεις | μαντρίζει | μαντρίζουμε | μαντρίζετε | μαντρίζουν / μαντρίζουνε |
| Παρατατικός | μάντριζα | μάντριζες | μάντριζε | μαντρίζαμε | μαντρίζατε | μάντριζαν / μαντρίζαν / μαντρίζανε |
| Αόριστος | μάντρισα | μάντρισες | μάντρισε | μαντρίσαμε | μαντρίσατε | μάντρισαν / μαντρίσαν / μαντρίσανε |
| Μέλλοντας | θα μαντρίζω / θα μαντρίσω | θα μαντρίζεις / θα μαντρίσεις | θα μαντρίζει / θα μαντρίσει | θα μαντρίζουμε / θα μαντρίσουμε | θα μαντρίζετε / θα μαντρίσετε | θα μαντρίζουν / θα μαντρίζουνε / θα μαντρίσουν / θα μαντρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαντρίσει | έχεις μαντρίσει | έχει μαντρίσει | έχουμε μαντρίσει | έχετε μαντρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαντρίσει | είχες μαντρίσει | είχε μαντρίσει | είχαμε μαντρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαντρίσει / να μαντρίζω / να μαντρίσω | να έχεις μαντρίσει / να μαντρίζεις / να μαντρίσεις | να έχει μαντρίσει / να μαντρίζει / να μαντρίσει | να έχουμε μαντρίσει / να μαντρίζουμε / να μαντρίσουμε | να έχετε μαντρίσει / να μαντρίζετε / να μαντρίσετε | να μαντρίζουν / να μαντρίζουνε / να μαντρίσουν / να μαντρίσουνε |
| Προστακτική | — | μάντριζε / μάντρισε | — | — | μαντρίζετε / μαντρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →