Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μανός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αραιός βρόχος στο δίχτυ -στο μανωμένο ή μανωτό δίχτυ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μανός < αρχαία ελληνική μανός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμανή / μανός / μανόμανές / μανοί / μανά
Γενικήμανής / μανού / μανούμανών / μανών / μανών
Αιτιατικήμανή / μανό / μανόμανές / μανούς / μανά
Κλητικήμανή / μανέ / μανόμανές / μανοί / μανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μανός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οκνηρός, χαλαρός, μαλθακός, χαύνος Βικιλεξικό
  2. αραιός Βικιλεξικό
  3. κυπριακάο φελλός από την δρυ, ο χαζός, ο βλάκας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μανός < αρχαία ελληνική μανός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμανόςμανήμανό
Γενικήμανούμανήςμανού
Αιτιατικήμανόμανήμανό
Κλητικήμανέμανήμανό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμανοίμανέςμανά
Γενικήμανώνμανώνμανών
Αιτιατικήμανούςμανέςμανά
Κλητικήμανοίμανέςμανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →