μαξιλάρα
•
- μεγάλο μαξιλάρι, συνήθως για να καθίσει κανείς πάνω του Βικιλεξικό
- η προσκεφαλάδα, η μαξιλαρομάνα Βικιλεξικό
- Ἡ μεγάλη κεντητὴ κασέλα μὲ τὸ σεντονιαρισμένο πάπλωμα, τὰ μπάσια τὰ χαμηλὰ μὲ τὶς μαξιλάρες ὁλόγυρα καὶ τὰ κιλίμια, ἡ μπουχαροποδιά χιονάτη μὲ περίγυρο πλεχτὴ δαντέλα μὲ τὸ βελονάκι. (Ερμηνεία Φωτιάδου, Η Αλβανία σήμερα, Ιωάννινα, 1978, σελ. 15 https://exploral.eu/explore/uploads/balkaneana/pdfs/566e7c3654bff.pdf)
Ετυμολογία
μαξιλάρα < μαξιλάρι + κατάληξη μεθυντικού -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαξιλάρα | μαξιλάρες |
| Γενική | μαξιλάρας | — |
| Αιτιατική | μαξιλάρα | μαξιλάρες |
| Κλητική | μαξιλάρα | μαξιλάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →