μαξιλάρωμα
•
- παρωχημένοτο πέταγμα στη σκηνή θεάτρου των μαξιλαριών που υπήρχαν στα καθίσματα των θεατών όταν δεν τους άρεσαν οι καλλιτέχνες ή το έργο Βικιλεξικό
- μαξιλαροπόλεμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαξιλάρωμα < μαξιλαρώ(νω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαξιλάρωμα | μαξιλαρώματα |
| Γενική | μαξιλαρώματος | μαξιλαρωμάτων |
| Αιτιατική | μαξιλάρωμα | μαξιλαρώματα |
| Κλητική | μαξιλάρωμα | μαξιλαρώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →