μαξιλαροπόλεμος
•
- παιχνίδιόταν για πλάκα ο ένας πετάει στον άλλον μαξιλάρια, παίζοντας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαξιλαροπόλεμος < μαξιλάρ(ι) + -ο- + -πόλεμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαξιλαροπόλεμος | μαξιλαροπόλεμοι |
| Γενική | μαξιλαροπόλεμου | μαξιλαροπόλεμων |
| Αιτιατική | μαξιλαροπόλεμο | μαξιλαροπόλεμους |
| Κλητική | μαξιλαροπόλεμε | μαξιλαροπόλεμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →